Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΕΖΟΥ

Οι γερόντοι κάτοικοι της Χλώρακας ενθυμούνται τη σπηλια του Δράκου δίπλα στο παρεκλήσι του Αρχάγγελου Μηχαήλ μέσα σε ένα απότομο γκρεμμό, καθώς και οι επόμενοι της γενεάς την ενθυμούνται ως σπήλαιο με το Αγίασμα του Αγίου, ενώ η σημερινή γενεά δεν γνωρίζει τίποτα εξ αυτών καθώς ο τόπος έχει ξεχερσωθεί και έχουν ανεγερθεί πολυκατοικίες.

Έως πρότινος ήταν ένα λαγούμι μέσα στη γη που ανέβλυζε νερό, που όπως μαρτυρούν οι γεροντότεροι πήρε το όνομα από ένα δράκο φρουρό που  φύλαγε κάποιο κρυμμένο θησαυρό.

Το νερό ανέβλυζε και έτρεχε μέσα σε μια λίμνη σκαμμένη στη γη που υπερχίληζε, και συνέχιζε το δρόμο του μέχρι τη θάλασσα, αφου προηγουμένως γέμιζε άλλες μικρές λίμνες που έφτιαξαν οι άνθρωποι και πότιζαν τα χωράφια.

Πριν αιώνες στη Κύπρο είχε συμβεί μεγάλη πείνα εξαιτίας παρατεταμένης ανομβρίας που κατέστρεψε όλη τη σπορά. Και η πείνα ήταν μεγάλη, όλα τα νερά των πηγών σταμάτησαν, και οι άνθρωποι εμετακινούντο από τόπο σε τόπο μαζί με τα ζώα τους για να βρουν νερό και να ζήσουν. Κι όλα είχαν στεγνώσει και πηγάδια και πηγές, και πολλοί εγκατέλειπαν τους τόπους τους και έφευγαν προς τα εκεί και προς τα εδώ, για να βρουν  τροφή για τα ζώα και για τους ίδιους, όμως και αυτά δεν αρκούσαν, έτσι που πολλοι έκαναν επιδρομές κατά αλλήλων, και οι μεν στρέφονταν εναντίον των δε.

Μέσα σ αυτό το κακό, ενας φαμελιάρης, οδήγησε την οικογένεια του στα μέρη του Μιχαήλ Αρχαγγέλου, γιατί μια νύχτα είδε στ όνειρο του τον Αρχάγγελο να τον καλεί να πάει στα μέρη του, γιατί εκεί υπήρχε νερό. 

Και πράγματι μεσα σε μια χαραμάδα ενός γκρεμμού όταν είδαν βλάστηση έσκαψαν ένα λαγούμι και βρήκαν νερό. Και όσο συνέχιζαν να σκάβουν, εύρισκαν κι άλλο. Εν τέλει το έσκαψαν πολύ βαθιά μέσα στη γη και βρήκαν αστείρευτο νερό. Εγκαταστάθηκαν εκεί, φύτεψαν και καλιέργησαν τη γη και δημιούργησαν ένα μικρό συνικισμό.

Ο καιρός περνούσε, και η ανομβρία συνεχιζόταν. Ο πληθυσμός σε ολόκληρη την Κύπρο υπέφερε, διψούσε και πεινούσε. Οι περισσότεροι άνθρωποι εγκατέλειψαν τη Κύπρο καταφεύγοντας στις γειτονικές χώρες. Οι άλλοι που έμειναν μετανάστευαν από τόπο σε τόπο διαβιώντας με πολλή δυσκολία. Πολεμούσαν μεταξύ τους για μια σταλαγματιά νερό, και ο ένας φόνευε τον άλλο, οι αδύνατοι κρύβονταν από τους δυνατούς, και είχε καταντήσει ολόκληρη η ύπαιθρος γεμάτη παράνομους και ληστές. Ήταν μια παρατεταμένη ανομβρία που κράτησε πολλά χρόνια, και όλοι οι τόποι ξεράθηκαν και ερήμωσαν.

Στο μικρό συνοικισμό όμως κανείς δεν είχε δίψα ή πείνα. Οι άνθρωποι πρόκοψαν, έκτισαν σπίτια και εφτιαξαν νόμους. Οργανώθηκαν, οχυρώθηκαν και ένας φρουρός συνεχώς στεκόταν στην κορφή του γκρεμού προσέχοντας για τυχών επιδρομείς.

Αλλά όπως τα καλά δεν διαρκούν για πάντα, μια φορά στρατιά ληστών, στο διάβα τους ανακάλυψαν το όμορφο μέρος και έκαναν επιδρομή.  

που στο διάβα τους κατέφευγαν σε κλεψιές, αρπαγές, και φόνους, και πολλά χωριά τα άφηναν ερείπια παραδίδοντάς τα στις φλόγες αφού πρώτα λεηλατούσαν τους κατοίκους και τους έδιωχναν ή τους σκότωναν αφήνοντας παντού ερήμωση, στο πέρασμα τους ανακάλυψαν τον όμορφο συνοικισμό, και παραφυλάσσοντας τους έπιασαν στον ύπνο. 

Τους σκότωσαν όλους. Έκαμαν οικτρές πράξεις, έσφαξαν και κρέμασαν τους εναπομείναντες. Και τους άρεσε το τόπος, και αποφάσισαν να εγκατασταθούν εκεί.

Από τη φρίκη της σφαγής, γλίτωσε μια κορούλα με τον μικρό της αδερφό που κρυμμένοι σε ένα θάμνο, παρακολούθησαν τη φρίκη και τις επαίσχυντες πράξεις των βαρβάρων. 

Χωρίς μιλιά να μην ακουστούν, κατάφεραν να μείνουν απαρατήρητοι, και όταν το σκοτάδι της νύχτας έπεσε πηχτό, διέφυγαν και κρύφτηκαν ψηλά στο Μελισσόβουνο. Έζησαν στον άγριο τόπο, με τα άγρια ζώα, και αυτοι σαν άγρια ζώα, και κατάφεραν να επιβιώσουν.

Για να επιβιώσουν αναγκάζονταν και αυτοί να κλέβουν, έτσι σιγά με τον καιρό όταν μεγάλωσαν, ο μικρός απέχτησε τη φήμη αδίστακτου ληστή.

Όμως η φρίκη της σφαγής των δικών τους, έμεινε ανεξίτηλη στο μυαλό τους γραμμένη. Το μικρόν παιδί'οσα χρόνια και να πέρασαν ποτέ δεν ξέχασε, και είχε πάρει όρκο μέσα του πως θα έπαιρνε εκδικηση. Ήταν ο πόνος αβάσταχτος που του έκαιγε τα σωθικά, και δεν μπορούσε να ξεχάσει. Ήθελε εκδίκηση, το είχε τάξει στον εαυτό του. 

Και όραν ήρθε ένας καιρός που αποφάσισε πως ήταν καάλληλος, κατέβηκε στον κάμπο και παραφυλάσσοντας και στήνοντας καραούλια στους τόπους τους γνώριμους οπου γεννήθηκε, άρχισε να τους σκοτώνει ένα ένα. 

Τρόμος επικράτησε ανάμεσα στους ληστές που δεν μπορούσαν να αντισταθούν ούτε να τον ανακαλύψουν, καθώς τους έκανε αντάρτικο πόλεμο. 

Δεν άφησε κανένα ζωντανό. Ήταν μια σφαγή χωρίς όρια που άφησε κατάπληκτο τον υπόλοιπο πληθυσμό, γιατί εγίνηκε με άγριο τρόπο και πολύ μίσος, χωρίς λύπηση για γυναίκες νιές, έγκυες ή γριές, ούτε μικρά παιδιά δεν λυπήθηκε, ούτε ανήμπορους γέρους.

Ύστερα ανατίναξε με δυναμίτη τη σπηλιά, το νερό σταμάτησε να τρέχει, και ο κάμπος ξέρανε και έγινε οπως παλιά, μια έρημη περιοχή.

Το ξεκλήρισμα ήταν ολοκληρωτικό και ο θάνατος τόσος, που ο κόσμος έφτιαξε ιστορίες και θρύλους, έλεγαν για κρυμμένους θησαυρούς μέσα στη σπηλιά που χάλασε, και για ένα δράκο που τους φύλαγε, εννοώντας ίσως τον φοβερό εκδικητή.

Ύστερα από πολλά χρόνια άρχισε να αναβλύζει λίγο νερό, είπαν ήταν Αγίασμα, ήταν αρκετό όμως για να ποτίζονται λίγα περβόλια που ήταν δίπλα. Βλάστησαν πολλές τρεμιθιές και δρύες, ενώ πολλοί κάτοικοι ενώ όργωναν βρήκαν αρχαίους τάφους και ανεκτίμητα κτερίσματα, σημάδι της μεγάλης ακμής που είχαν οι παλιοί κάτοικοι της περιοχής. Ο τελευταίος ιδιοκτήτης του νερού ήταν ο Αγαθοκλής Μαρτέζος. Η περιοχή αγοράστηκε από πλούσιους επιχειρηματίες και στη δεκαετία του 1990 κτίστηκε με διαμερίσματα, αφού πρώτα διοχέτευσαν το τρεξιμιό νερό πίσω στη γη όπου και χάθηκε προς το παρών…