Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΕ ΕΝΑ ΑΓΑΛΜΑ

Πάνω από την παλιά βρύση της Χλώρακας στην πλαγιά ενός απότομου γκρεμού, υπάρχει ένα αρχαίο φυσικό σπήλαιο που πάει βαθιά στη γη. Το στόμιο του ήταν καλά κρυμμένο από άγρια βλάστηση και κανείς δεν ήξερε την ύπαρξη του. Τυχαία το ανακάλυψε ένας βοσκός, όταν καθισμένος κάτω από ένα δρυ που πήρε το κοπάδι να το ποτίσει, είδε ένα ερίφιο που ανέβηκε στο ψήλωμα, να χάνεται πίσω από μια συστάδα θάμνων. Του σφύριξε να κατέβει, αλλά τίποτα. Του φώναξε, πάλι τίποτα, όπως να το κατάπιε η γη.

Ανέβηκε λοιπόν να το γυρέψει, και εκεί ακριβώς που χάθηκε, πίσω από πυκνές συστάδες μιας άγριας συκιάς, άκουσε το ζώο να βελάζει. Κατάλαβε πως τρύπωσε σε κάποια τρύπα και άρχισε να ψάχνει. Ανακάλυψε το μκρό στόμιο μιας σπηλιάς, και γεμάτος περιέργεια, μπήκε μέσα. Ήταν όμως σκοτεινά, έτσι μάζεψε κάμποσα ξερά κλαδιά, τα έκαμε γουνάρι και άναψε μια μεγάλη φωτιά. Το θέαμα που αντίκρυσε ήταν μεγαλοπρεπές. Ήταν μια θεόρατη φυσική σπηλιά που πήγαινε σε μεγάλο βάθος. Τα τοιχώματα ήταν κάθετα από σκληρή συμπαγή πέτρα. Και πάνω σ’ αυτά αντίκρυσε τετραγωνισμένες πέτρες κτισμένες από ανθρώπινο χέρι. Κτύπησε δυνατά με την μαγκούρα του και άκουσε τον θόρυβο να βγαίνει υπόκωφο, σημάδι πως πίσω υπήρχε κενό. Κατάλαβε αμέσως πως ανακάλυψε ένα αρχαίο τάφο μάλλον της Ελληνιστικής περιόδου.

Αμέσως μέσα του σκέφτηκε πως ίσως ήταν η τυχερή του μέρα, και μέσα να έβρισκε κτερίσματα και χρυσάφια καθώς ήξερε πως οι Αρχαίοι έθαβαν τους νεκρούς τους με πλούσια δώρα. Ίσως, ξανασκέφτηκε, να γινόταν πλούσιος και να άφηνε την άχαρη εργασία του που ένεκα αυτής, ζούσε μια μίζερη ζωή μακριά από ανθρώπους και διασκεδάσεις. Με την ελπίδα λοιπόν, καθώς ήξερε πως και άλλοι χωριανοί ανακάλυψαν αρχαίους τάφους και έγιναν πλούσιοι, αποφάσισε χωρίς δεύτερη σκέψη να ανοίξει την πετρόκτιστη είσοδο.

Στο φως της φωτιάς που σιγόκαιγε, αρχίνησε δουλειά. Με την χοντρή μαγκούρα του με υπομονή και για ώρα πολλή κτυπούσε σε ένα σημείο, ώσπου η κτισμένη πέτρα υποχώρησε και έπεσε προς τα μέσα. Από εκεί και ύστερα, το χάλασμα έγινε ευκολότερο, και σε λίγο το τοίχωμα γκρεμίστηκε όλο. Πήρε ένα δαδί και περιεργάστηκε τι ανακάλυψε. Ήταν ένα λαξεμένο δωμάτιο, και μέσα υπήρχε μια  σαρκοφάγος. Πήρε τη μαγκούρα του έτοιμος να σπάσει το καπάκι τη λάρνακα για να βρει τα χρυσάφια του, αλλά έμεινε άναυδος. Στο φως της δάδας αντίκρυσε πάνω στο πέτρινο καπάκι που σκέπαζε τη σαρκοφάγο, ένα σκαλιστό γλυπτό που παρίστανε σε φυσικό μέγεθος μια νεάνιδα ωραιοτάτου κάλλους.

Ήταν ένα πανέμορφο άγαλμα που το σμίλευσε σίγουρα κάποιος σπουδαίος γλύπτης, και παρίστανε μια εξαιρετικά ωραία κοπέλα με μορφή που φαινόταν έτοιμη να ανασάνει, που φαινόταν να τον κοιτάζει και να τον καλεί. Σαν ονειροπαρμένος όπως κάτι να του μάγεψε τη σκέψη, έμεινε ώρες ακίνητος να κοιτάζει και να αποθαυμάζει. Κατάλαβε πως κάτι έπαθε το μυαλό του, πως ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα το άγαλμα με το πέτρινο πανέμορφο πρόσωπο της πεθαμένης γυναίκας.

Από εκείνη τη μέρα, οι χωριανοί έβλεπαν τον βοσκό να βόσκει τα πρόβατα πάντα στο ίδιο σημείο, πάντα δίπλα στη παλιά βρύση. Διαιρωτούνταν τι να έπαθε, και σκέφτονταν ότι ίσως του τάραξε ο νους από τη πολλή μοναξιά του επαγγέλματος του.

Όμως ο βοσκός, επισκεπτόταν κάθε μέρα το σπήλαιο κρυφά να μην τον δουν και του κλέψουν την αγαπημένη, και με τις ώρες καθόταν και την κοίταζε. Η παγωμένη της πέτρινη μορφή κάθε μέρα έδειχνε περισσότερο όμορφη, και αυτός κάθε μέρα περισσότερο την αγαπούσε.

Και σε σε λίγο καιρό μια μέρα μη αντέχοντας να είναι μακριά της, παράτησε το σπίτι και το κοπάδι του, και εγκαταστάθηκε στο σπήλαιο. Έπινε νερό και πλενόταν από την βρύση, μάζευε άγρια χόρτα και καλλιεργούσε λίγα οπωρικά, και όλα αυτά του αρκούσαν, δεν ήθελε τίποτα άλλο, φτάνει που είχε παρέα την αγαπημένη του.

Οι χωριανοί πίστεψαν πώς σίγουρα του σάλεψε, και πως αποφάσισε να γίνει ασκητής, να ζήσει με το Θεό.

Και όταν πέρασαν πολλά χρόνια και όλοι τον ξέχασαν, ένας κυνηγός ανακάλυψε το κουφάρι του μέσα στη σπηλιά. Άντεξε και έζησε όλη του τη ζωή μέχρι τα γεράματα, με την όμορφη γυναίκα της σαρκοφάγου.

Ο κυνηγός ισχυρίστηκε πως απλά βρήκε τον νεκρό. Δεν είπε για σαρκοφάγο, παρά πως από όσα είδε στο σπήλαιο, μάλλον ο βοσκός έζησε σαν ασκητής αφιερωμένος στο θεό. Κάποιοι όμως ισχυρίστηκαν ότι ο κυνηγός βρήκε τη σαρκοφάγο που την πούλησε σε αρχαιοκαπήλους, και που τώρα ευρίσκεται σε ιδιωτικό Αρχαιολογικό μουσείο της Νέας Υόρκης.