ΤΟ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟ

Το Κτήμα συνόρευε δυτικά με το χωριό της Χλώρακας και νοτιοανατολικά με την Γεροσκήπου. Η Κάτω Πάφος ως μέρος της πόλεως του Κτημάτου, ήταν μια παραλιακή πεδιάδα που ενωνόταν με τα παραλιακά χωράφια της Χλώρακας, και μαζί αποτελούσαν έναν μεγάλο εύφορο κάμπο.

Εκεί που έσμιγαν τα σύνορα των τριών τόπων, ήταν ένα εγκαταλειμμένο αρχοντικό που μόνο του στον κάμπο φάνταζε όμορφο και άφθαρτο στο χρόνο. Ήταν πολύ παλαιό αλλά καλά κτισμένο, και καλά διατηρημένο. Περιβαλλόταν από γόνιμες εκτάσεις γης, με πολλά πηγάδια νερού σκαμμένα κάθε λίγη απόσταση, σημάδι πως κάποτε τη γη την καλλιεργούσαν. Τώρα, ήταν εγκαταλειμμένη, τα πηγάδια στεγνά, και ο κάμπος ξερός. Κάποιοι λέγουν πως παλιότερα ήταν ένας πράσινος κάμπος, μια μεγάλη όαση, πως έμοιαζε ίδια γη της επαγγελίας. Αλλά και τώρα, μπορούσε ο κάμπος να αποτελεί ένα μεγάλο βοσκότοπο που θα μπορούσαν οι ιδιοκτήτες να πολλά πολλά κοπάδια.

Ήταν λοιπόν άξιον απορίας, γιατί τόση περιουσία έμενε ανεκμετάλλευτη. Όταν ήμουν μικρός, την ίδια απορία είχα και εγώ, γι αυτό ρώτησα ένα γέροντα, που μου είπε μια ιστορία:

Στα χρόνια του μεσαίωνα τη περιοχή όριζαν Ρήγαινες και Ρηγάδες που κάποτε χάθηκαν χωρίς να αφήσουν σημάδι αν η γενιά τους συνέχισε να υπάρχει. Και έμεινε η περιοχή εγκαταλειμμένη να την χρησιμοποιούν κυρίως οι βοσκοί για τα ζώα τους.

Όμως, στις αρχές του περασμένου αιώνα ένας ξένος, κληρονόμος των Ρηγάδων κατά πώς έλεγε, ήρθε από μέρη μακρινά και κατοίκησε στο ψηλό σπίτι.

Επιδιόρθωσε το παλιό σπίτι και εγκαταστάθηκε μέσα. Προσέλαβε εργάτες και δούλους, ρέντεψε τα χωράφια και πρασίνισε τον τόπο όλο.

Σαν αφέντης έχαιρε μεγάλης υπόληψης, αλλά περισσότερο έχαιρε σεβασμού, καθώς είχε μεγάλη μόρφωση. Μαζί του από τα ξένα έφερε πολλά βιβλία, και με τις ώρες ασχολιόταν μ αυτά, ενώ για τις δουλειές προσέλαβε έναν καλό επιστάτη που φρόντιζε για όλα. Όσοι τον συναντούσαν και έρχονταν εις γνώσιν μαζί του, έλεγαν πως ήταν πολύ μορφωμένος και διαβασμένος.

Στη Χλώρακα ζούσε μια μελαχρινή κόρη που έλεγαν πως ήταν απόγονος τσιγγάνων. Ήταν πανέμορφη και είχε καλλίγραμμο κορμί που κόλαζε τους νιους. Ήταν μια πλανεύτρα αυτάρεσκη μάγισσα, που γνωρίζοντας την αύρα που εξέπεμπε, χωρίς να λυπάται, τους ξετρέλαινε και ύστερα γελούσε μαζί τους.

Οι γονείς της φτωχοί χωρικοί, έσπερναν κάτι μικρά χωραφάκια, καθώς και η ίδια έβοσκε ένα μικρό κοπάδι από πρόβατα, έτσι που κουτσά στραβά και πολύ φτωχικά, κατάφερναν να έχουν τον επιούσιο. Θα μπορούσαν όλοι να ζήσουν πλουσιοπάροχα αν μόνο δεχόταν να παντρευτεί έναν από τους πολλούς μνηστήρες άρχοντες που την περιτριγύριζαν. Μα αυτή δεν ήθελε κανέναν, ούτε πλούσιο, ούτε πρίγκιπα. Της άρεσε μόνο να βόσκει τα πρόβατα στα θερισμένα χωράφια μέσα στον μεγάλο κάμπο της Χλώρακας δίπλα στη θάλασσα. Και όποτε κάποιον συναπαντούσε, ευχαριστιόταν καθώς έβλεπε πως τον ξετρέλαινε με την ομορφιά της.

Μια φορά που έβοσκε τα πρόβατα, τα βήματα της την οδήγησαν λίγο μακρύτερα, μέχρι τα χωράφια του Ρηγόπουλου. Εκεί, ένα αρνί ξέφυγε από το κοπάδι και μπήκε στο τσιφλίκι του άρχοντα. Δρασκέλισε λοιπόν τον πετρότοιχο η κόρη, και πήγε να το πάρει. Το βρήκε κάτω από ένα δένδρο, όπου κάτω από τον ίσκιο έστεκε ένας εύμορφος νέος που αμέσως κατάλαβε πως ήταν ο μεγάλος αφέντης. Εύκολα φαινόταν η αφεντιά, η ευγένεια, και η καλή του καταγωγή.

Έμεινε λίγο θαυμαστικά να τον κοιτάζει, και χωρίς να χασκιαστεί ή να ντραπεί, τον κόντεψε και τον χαιρέτησε,

-για σου άρχοντα μου,

έπιασαν την κουβέντα και γνωρίστηκαν. Αμέσως αγαπήθηκαν, ήταν το πεπρωμένο τους.

Από εκείνη τη μέρα η μικρή βοσκοπούλα έπαιρνε τα πρόβατα της να βοσκήσουν εκεί, και με το Ρηγόπουλο κάτω από τον του δεντρού κάθονταν και κουβέντιαζαν ώρες πολλές. Ταίριαξαν απόλυτα, και η αγάπη τους περισσότερο έδεσε.

Άμα πέρασε καιρός, το καλό Ρηγόπουλο αποφάσισε να την κάμει Ρήγαινα τιμημένη και αρχόντισσα. Ήταν σίγουρος πως θα της έδινε μεγάλη χαρά, πως μόλις της το έλεγε θα έπεφτε στην αγκαλιά του ευτυχισμένη, καθώς συνέχεια του φώναζε δυνατά πόσο πολύ τον αγαπούσε. Ήταν σίγουρος για την απάντηση της, καθόλου δεν αμφέβαλλε.

Όμως ώ τί δυστυχία, η κόρη καθώς είχε συνηθίσει να ραγίζει καρδιές, ή ίσως από από έπαρση, ή μήπως είχε κάποια κληρονομική καταστροφική τρέλα στο μυαλό της, του αρνίστηκε. Μια άρνηση που ύστερα πολύ μετάνιωσε και δεν μπορούσε να πιστέψει πως έκαμε τέτοια τρέλα, πως του απαρνήθηκε την αγάπη της, αφού τόσο πολύ τον αγαπούσε. Και την άλλη μέρα πολύ πρωί έτρεξε να τον συναπαντήσει και να του ξανά ομολογήσει την αγάπη της. 

Το Ρηγόπουλο όμως βαθιά πληγώθηκε, και η καρδιά του σκίστηκε και ράγισε και δεν χτυπούσε πλέον φυσιολογικά, παρά κάθε χτύπος και ένας μεγάλος πόνος. Ένιωσε τα όνειρα του να γκρεμίζονται, μεγάλη στενοχώρια να τον καταθλίβει, και να πέφτει σε ανείπωτη κατάθλιψη. Όλη τη νύχτα ξαγρύπνησε χωρίς με ένα μεγάλο πόνο στην καρδιά, αποφάσισε πως δεν ήθελε πλέον άλλο να ζήσει. Επιθυμούσε μόνο να πάψει να πονεί.

Έτσι τα ξημερώματα με κόπο έσυρε και πάλιν τα βήματα του για τελευταία φορά στον τόπο που γνώρισε την μικρή αγαπημένη, και πάνω σε ένα κλαδί του δένδρου που τόσες φορές σκίασε αυτόν και εκείνην, έδεσε ένα σχοινί και κρεμάστηκε, και βρήκε την αιώνια γαλήνη. 

Πέρασε ο καιρός, η όμορφη βοσκοπούλα πονούσε και έκλαιγε, δεν μπορούσε να τον ξεχάσει.

Χάλασε και ασχήμυνε από το μαράζι, οι τύψεις την έσκιαζαν και της τρέλαναν το νου. Όρεξη για ζωή δεν είχε, ειρηνίες την κατέτρεχαν, ήθελε να πεθάνει, ήθελε να κοιμηθεί μια μέρα και να μην ξυπνήσει. Ο πόνος ήταν αβάσταχτος, πολλές φορές σκέφτηκε να σκοτωθεί και αυτή, αλλά θέλοντας να αυτοτιμωρηθεί, έμενε ζωντανή να βασανίζεται ως τιμωρία για το μεγάλο κακό που προκάλεσε.

Κλείστηκε στο σκοτάδι της κάμαρης της και δεν πλενόταν, ούτε λουζόταν, χτίκιασε και το μυαλό της σάλταρε, ώσπου γέρασε και πέθανε, και επιτέλους ηρέμησε η ψυχή της.

Μετά το θάνατό της πολλοί ισχυρίστηκαν πως όταν περνούσαν εκεί που κρεμάστηκε το Ρηγόπουλο, ένιωθαν το φάντασμά της στον αέρα να μουρμουρίζει και να ζητά συγχώρεση και ακόμα κάποιες νύχτες σαν ψιθύρισμα ακούουν το λυπητερό της κλάμα.