ΤΑ ΦΕΤΙΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Τα Παλιόκαστρα είναι ενας τόπος μεταξύ της Χλώρακας και της Κάτω Πάφου. Ονομάζεται έτσι διότι τον παλαιό καιρό εκεί ήταν ένα παλάτι που ήταν περιτριγυρισμένο με τείχη και κάστρα για να προστατεύεται από τις επιδρομές των Σαρακηνών.

Μια φορά εκείνο τον καιρό ήταν ένας Ρήγας που κυβερνούσε τον τόπο. Ήταν αυστηρός και έβαζε πολλούς φόρους. Ο κόσμος πεινούσε, αλλά δεν μπορούσε να κάμει αλλιώς, έτσι από το υστέρημα του πλήρωνε για να περνά καλά η βασιλική οικογένεια.
Ο βασιλιάς με τη βασίλισσα είχαν ένα παιδί που το αγαπούσαν υπερβολικά και δεν του χαλούσαν χατίρι. Το μεγάλωναν με όλα τα καλά και όλοι ήταν ευτυχισμένοι.
Μια μέρα το μικρό βασιλόπουλο βγήκε περίπατο με το δάσκαλο του έξω από τα τείχη και από μακριά είδε ένα γέρο κουρελή. Πρώτη φορά έβλεπε τέτοιο άνθρωπο, και όλο περιέργεια έμεινε να τον κοιτάζει. Ο γέροντας βλέποντας την απορία του μικρού πάει κοντά του και του λέει:
-Είδαν τα μάτια μου πολλά, έζησα 1000 χρόνια. Τώρα είμαι ένας γέρος, αλλά όλα τα ξέρω. Μα απ όλα, όσα κι αν ξέρω, πιο θαυμαστό σαν τη γιορτή των Χριστουγέννων δεν ματαείδα.
Και άρχισε να του λέει ένα παραμύθι… Το βασιλόπουλο άκουγε συνεπαρμένο, ο γέρος τα έλεγε τόσο όμορφα που κρεμιόταν από τα χείλη του και δεν ήθελε να φύγει.
Όμως το σούρουπο ηρθε, και με το ζόρι ο δάσκαλος του τον έπεισε να γυρίσουν πίσω αφού πρώτα έκαμαν συμφωνία με το γέρο να συναντηθούν την επόμενη μέρα.
Την άλλη μέρα το βασιλόπουλο ξύπνησε πρωί και το πρώτο πράμα που ζήτησε από το δάσκαλο του ήταν να πάνε εκεί που είχανε βρει το γέρο παραμυθά.
Το παραμύθι συνεχίστηκε και το παιδί δεν ήθελε να φύγει. Όμως κάποια στιγμή νύχτωσε, και αντί για χαιρετισμό το βασιλόπουλο ζήτησε να ξανασυναντηθούν την επομένη.
Αυτό συνεχίστηκε για πολλές μέρες, ώσπου κάποτε ο βασιλιάς το έμαθε και έστειλε τους στρατιώτες του και έφεραν ενώπιον του τον γέρο κουρελή.
- Ποιος είσαι και τι λέγεις στο μικρό παιδί ώστε αυτό έχει επηρεαστεί τόσο πολύ;
-Τα παραμύθια είναι τοσο γλυκά που μαγεύουν όλο τον κόσμο. Είχα την εντύπωση πως ηταν στη γνώση σου οτι γίνεται. Τώρα που έμαθα ότι δεν το ξέρεις, ζητώ συγνώμη, δεν θα συνεχίσω, είπε ο γερος.
Το Βασιλόπουλο μαράζωσε, δεν έτρωγε και ήταν κατσουφιασμένο και στεναχωρημένο. Ο βασιλιάς βλέποντας το παιδί του πικραμένο και απαρηγόρητο ξαναφώναξε το γέρο παραμυθά και του λέει:
- Αφού το παιδί μου μαγεύτηκε τόσο με το παραμύθι σου, πες μου το και μένα να βγάλω συμπέρασμα.
Και ο γέρος άρχισε από την αρχή. Είπε την ιστορία του Θεου, πως έφτιαξε τον κόσμο και τους ανθρώπους, αλλά κυρίως είπε για την αγάπη που είχε γι αυτούς.
Ο βασιλιάς με το βασιλόπουλο άκουγαν με προσοχή. Μετά ήρθε και η βασίλισσα. Τους άρεσε τόσο πολύ που ξέχασαν τις δουλειές τους. Έμαθαν πόσο ευσπλαχνικός είναι ο πλαστουργός Θεός που για χατίρι των αμαρτωλών ανθρώπων έστειλε τον μονογενή  υιό του να τους σώσει. Άκουσαν και έμαθαν, άλλαξαν και μέσα τους ένιωσαν την πραγματική αγάπη που τους έκανε πιο ευτυχισμένους. Επηρεάστηκαν από τα μηνύματα των Χριστουγέννων, έγιναν καλύτεροι άνθρωποι και αποφάσισαν να μειώσουν τους φόρους στο λαό τους και να βοηθήσουν όλους τους φτωχούς ανθρώπους
Κράτησαν το γέρο στο παλάτι, του έδωσαν σπίτι δικό του, χρήματα για να έχει όσο φαγητό ήθελε και υπηρέτες να τον υπηρετούν. Αποφάσισαν να τον έχουν κοντά τους ώσπου να τελειώσει το παραμύθι.
Το παραμύθι όμως δεν τελείωνε ποτέ. Κράτησε μέχρι τα φετινά Χριστούγεννα, και ακόμα συνεχίζει και θα συνεχίζεται στα κατοπινά, για πολλά ακόμα χρόνια. 

Ο ΚΩΣΤΑΝΤΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΡΙΟ ΤΗΣ ΠΕΓΕΙΑΣ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ο Γιωρκάτσιης ένας χωρικός από τη Πέγεια, είχε μια λόττα (γουρούνα που γεννά) που μια μέρα χάθηκε. Πιστεύοντας ότι την έκλεψε ένας γείτονας του ο Χαραλάμπης, τον κατήγγειλε στην αστυνομία. Τον κατηγόρησαν και τον έστειλαν στο δικαστήριο, αλλά ο δικαστής τον δίκασε αθώο γιατί δεν υπήρχαν μαρτυρίες ή αποδειχτικά στοιχεία.
Έμεινε ο Γιωρκάτσιης μαραζωμένος που έχασε την περιουσία του πιστεύοντας ότι το δικαστήριο δεν απόδωσε σωστή δικαιοσύνη. Και έχοντας άχτι τον Χαραλάμπη, δεν του μιλούσε και τον κατηγορούσε για κλέφτη σε όλο το χωριό. Πέρασαν πολλές μέρες, αλλά σκεφτόταν τη χαμένη του περιουσία και μαράζωνε.

Στην Πέγεια υπάρχει η περιβόητη βρύση των Πεγιώτισσων που πάσιν τσιαι γεμώνουσιν ούλλες οι Παφιτούες, τσιαπόσιει πόνον στην καρκιάν, πίννει τσιαι γιανίσκει...
Είναι ένα λαϊκό άσμα που τους στίχους έγραψε ένας παλαιός δάσκαλος από τη Χλώρακα ο Σταύρος Πασιύσταυρος που υπηρετούσε στη Πέγεια, για το χατίρι μιας δασκάλας την οποία ερωτεύτηκε και αργότερα παντρεύτηκε.
Μια μέρα ξαφνικά το νερό της Βρύσης έτρεξε θολό, ενώ από τα βάθη του λαγουμιού που το έφερνε, ακούστηκαν βογγητά και βρυχηθμοί. Και αυτό συνεχίστηκε για μέρες, το νερό μια έβγαινε θολό, και μια καθαρό. Τα μουγκρητά μια σταματούσαν, και μια άρχιζαν.
Ο καιρός περνούσε, το ίδιο συνεχιζόταν, και φοβισμένοι οι κάτοικοι έπλαθαν ιστορίες. Πίστεψαν ότι ήταν ένας δράκος του νερού, ένα ζώθκιο. Καμιά γυναίκα δεν πήγαινε να γεμώσει νερό, και με τον καιρό, περισσότερος τρόμος φώλιαζε στις καρδιές των κατοίκων.
Δεν είχαν νερό να πιούν και να πλυθούν καθώς φοβόντουσαν να π’ανε στη βρύση, ενώ τις νύχτες άκουγαν τα κογκήματα από τα βάθη της γης, και περισσότερο τους έζωνε ο φόβος.
Κάθισαν λοιπόν σε σύσκεψη οι άρχοντες και οι προεστοί, και έβγαλαν ένα φιρμάνι, πώς θα έδιναν μεγάλη αμοιβή σε όποιον έμπαινε στο λαγούμι και σκότωνε τον δράκο.
Το φιρμάνι κυκλοφόρησε σε όλη την επαρχία και το άκουσε ο Κωσταντάς από τη Χλώρακα, ένας φημισμένος παλικαράς, ένας ανδρείος νέος που είχε πολλή σωματική δύναμη και καρδιά λιονταριού.
Γυάλισε τα άρματα του και κίνησε να σκοτώσει το θηρίο που τρομοκρατούσε το χωριό. Όταν έφτασε στη Πέγεια ζήτησε κάποιους βοηθούς, και δυο παλικάρια εθελοντές, μαζί του ζώστηκαν τα άρματα, και με αναμμένες δάδες μπήκαν σερνάμενοι μέσα στο λαγούμι που ήταν στενό και καλά δεν τους χωρούσε. Προχωρούσαν με δυσκολία και άκουγαν τα ανατριχιαστικά μουγκρητά που αντιλαλούσαν στον κλειστό χώρο και τους τριβέλιζαν τα αυτιά. Με σφιγμένα τα δόντια και θάρρος στην καρδιά, με πείσμα και χωρίς δειλία, τα άξια παλικάρια προχώρησαν και τους κατάπιε το βαθύ λαγούμι.
Όλο το χωριό ήταν μαζεμένο στη βρύση δίπλα από το φωτιστικό του λαγουμιού, και γεμάτοι αγωνία, με προσευχές και τάματα στους Αγίους, ανέμεναν τους γενναίους να στραφούν, ελπίζοντας νικητές και αξιωμένοι.
Η ώρα έγινε αιώνια, η αναμονή πιό μεγάλη, τρομερή και ατελείωτη.…
Ώσπου από τα βάθη του λαγουμιού και του σκοταδιού, είδαν τις φλόγες από τους πυρσούς, αμυδρά να  φεγγοβολούν, σημάδι πως επέστρεφαν πίσω.
Ανακουφισμένοι αναφώνησαν χαρούμενοι, και ευχαριστημένοι δόξασαν το Θεό.
Σε λίγο φάνηκαν τα παλληκάρια φανταχτεροί στα μάτια των χωρικών ως νέοι Ηρακλείς που είχαν επιτελέσει ένα μεγάλο άθλο. Και μαζί τους έσερναν το δράκο, ένα μαύρο θεριό, που για σαράντα μέρες τρομοκρατούσε ολόκληρο το χωριό...
Δεν ήταν όμως ένα θεριό, ήταν ένα κτηνό, μια λόττα, έκπληκτοι διαπίστωσαν.

Ήταν η λόττα του Γιωρκάτσιη που είχε χαθεί. Δεν την είχε κλέψει ο Χαραλάμπης, αλλα είχε πέσει σ ένα φωτιστικό του λαγουμιού της βρύσης (λάκκος που επικοινωνεί και φωτίζει το λαγούμι). Άντεξε και έζησε 40 ολάκερες μέρες πίνοντας νερό και τρώγοντας ρίζες δέντρων που κατέβαιναν στο νερό. Και όταν ανακάτωνε  το νερό να τις βρει, η χούβελη (βαριά κιτρινωπή λάσπη που κατακάθεται στο νερό) το θόλωνε, και όταν δεν έβρισκε ρίζες, βρυχιόταν από την πείνα. Και όλοι νόμιζαν πως ήταν βρυχηθμοί του δράκου του νερού.

Το γενναίο Βοσκόπουλο και η γριά Μάγισσα

Συγγραφέας: Κυριάκος Ταπακούδης

Mια μέρα στην παλιά Πάφο την εποχή που είχε πειρατές, βγήκαν Σαρακηνοί απο τη θάλασσα για να λεηλατήσουν σιμά τις παραλίες. Στην παραλια της Χλώρακας, ένα μικρό βοσκόπουλο, δεν ήθελε να του πάρουν το κοπάδι και με την μαγκούρα του τα έβαλε με τους αρματωμένους πολεμιστάδες. Πολέμησε γενναία, αλλά στο τέλος πιάστηκε και τον πήραν στο καΐκι να τον δικάσει ο βασιλιάς. Όμως συγκινημένος ο βασιλιάς από τη γενναιότητα του νεαρού, υποσχέθηκε να τον αφήσει ελεύθερο αν κατάφερνε να απαντήσει σε ένα δύσκολο ερώτημα "τι ακριβώς θέλουν οι γυναίκες;" Τον πήραν μαζί τους, και τον έκλεισαν πίσω απο τα τείχη σ ένα κάστρο στο Αλγέρι. Τούδωσαν καιρό να σκεφτεί και να απαντήσει, ήταν όμως το ερώτημα πολύ δυσκολο.
Από τη μέρα εκείνη άρχισε να ρωτά τον κοσμο, κανείς όμως δεν ήξερε, παρά αυτό που του συνέστησαν οι περισσότεροι ήταν να παει σε μια γριά μάγισσα που σίγουρα θα ήξερε. Πήγε στη γριά αλλά για να του απαντήσει ζήτησε ακριβό αντάλλαγμα, του ζήτησε να την παντρευτεί. Η γριά είχε καμπούρα και μια γαμψή μύτη, ήταν απαίσια, δεν είχε δόντια, και βρωμούσε ολόκληρη. Δεν είχε συναντήσει ποτέ του τόση ασχήμια, γι αυτό  αρνήθηκε να πληρώσει.
Ο χρόνος περνούσε μέχρι που έφτασε η τελευταία μέρα και δεν είχε άλλη επιλογή, έτσι παρά τον θάνατο προτίμησε να δεχτεί να πληρώσει την γριά μάγισσα.
Έτσι ανακοινώθηκε ο γάμος τους και η γριά απάντησε επιτέλους στο ερώτημα "αυτό που θέλει στην πραγματικότητα μια γυναίκα είναι να είναι αφέντης της ζωής της".
Ο βασιλιάς συμφώνησε ότι ήταν σωστή η απάντηση αφου την είπε η μάγισσα που τα ήξερε όλα, έτσι χάρισε τη ζωή στο γενναίο βοσκόπουλο, και τον ελευθέρωσε.
Την πρώτη νύχτα του γάμου το βοσκόπουλο ετοιμαζόταν να περάσει τη χειρότερη νύχτα της ζωής του, γενναίος όμως καθώς ήταν το πήρε απόφαση και εισήλθε στο συζυγικό δωμάτιο. Τότε με έκπληξη βλέπει μπροστά στα μάτια του, να κάθεται πανω στο κρεβάτι και να χτενίζεται την ομορφότερη γυναίκα που είχε δει ποτέ του. Έμεινε έκθαμβο και άλαλο. Όταν ξαναβρήκε τη μιλιά του, ρώτησε την όμορφη κοπέλα τι είχε συμβεί. Τότε αυτή του απάντησε πως επειδή δέχτηκε να την παντρευτεί τόσο κακάσχημη που ήταν, ως δώρο αποφάσισε να του δείξει και την άλλη της μορφή, την όμορφη, κι ότι τη μέρα θα είχε τη μία και τη νύχτα την άλλη. Τον ρώτησε, λοιπόν, ποια από τις δύο μορφές επιθυμούσε να έχει τη μέρα και ποια τη νύχτα. Το βοσκόπουλο μπήκε σε σκέψεις. Τι να 'ταν καλύτερο; Να 'χει στο πλευρό του μια πανέμορφη γυναίκα τη μέρα και να τον  βλέπει  ο κόσμος και να τον ζηλεύει, ή νάχει την ομορφιά της τη νύχτα και να τη χαίρεται; Μη ξέροντας τι να κάμει, απάντησε με ευγένεια ότι θα άφηνε αυτή να επιλέξει. Μόλις το άκουσε αυτό, η μάγισσα του χαμογέλασε και του είπε ότι θα ήταν όμορφη όλη τη μέρα κι όλη τη νύχτα επειδή τη σεβάστηκε και την άφησε να είναι αφέντης του εαυτού της. Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.


ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΤΗΣ ΑΛΗΠΑΤΟΥΣ

Τα τοπωνύμια είναι ονόματα τόπων, είναι λέξεις ή ονόματα ικανά να χαρακτηρίσουν μια περιοχή και τους ανθρώπους της. Συνήθως είναι από τα ονόματα των ιδιοκτητών, έτσι και στην περίπτωση της διήγησης αυτής, έμεινε το τοπωνύμιο από το όνομα της ιδιοκτήτριας και του άντρα της: χωράφιν της Αλη-Πατούς.

Ήταν μια φορά στη Χλώρακα μια μικρή ορφανή που την έλεγαν Πατού και ζούσε μόνη σε ένα μικρό σπιτάκι κτισμένο σ ένα μικρό χωραφάκι όπου μέσα είχε βλαστημένες τρεμιθιές, τερατσιές, και βελανιδιές.
Ήταν 15 χρονών και για να ζήσει μάζευε τεράτσια και έφτιαχνε τερατσόμελο, τρεμίθια και έφτιαχνε τρεμιχόλαδο, καθώς και βελανίδια ως τροφή για τα ζώα. Φύτευε και λίγα χόρτα και οπωρικά που τα πότιζε από την βρύση του χωριού, και όλα αυτά, τα πωλούσε στις καλές γειτόνισσες που με ευχαρίστηση τα αγόραζαν, ώστε τοιουτοτρόπως τη βοηθούσαν να ανταπεξέρχεται λίγο τη μεγάλη της φτώχεια. Διαβιούσε φτωχικά και με δυσκολία, αλλά ήταν τίμια και καλή χριστιανή. Ήταν πολύ όμορφη και όλοι την συμπαθούσαν, όμως είχε και αυτή σεβασμό στους μεγαλυτέρους της και τιμούσε όλους τους χωριανούς. Στον εύκαιρο της καιρό επισκεπτόταν τις χωριανές νοικοκυρές, και πρόθυμα προσφερόταν να τις βοηθήσει στις οικιακές τους εργασίες. και αυτές όμως την βοηθούσαν καθώς πολύ την αγαπούσαν, και επιπλέον την συμβούλευαν. Την συμπαθούσαν, ήθελαν γι αυτήν μια καλύτερη μοίρα και της εύχονταν να βρει ένα καλό παλικάρι να παντρευτεί, και έτσι να νοικοκυρευτεί.

Ήταν και ένας μικρέμπορας, που τον έλεγαν Αλή. Είχε μαυριδερό πρόσωπο και ήταν φανερό πως ήταν Άραβας. Είχε έρθει μια μέρα με ένα φορτηγό πλοίο στο λιμάνι της Κάτω Πάφου, και εγκαταστάθηκε για πάντα στη πόλη του Κτημάτου. Έφερε μαζί του ψιλικά λογιών ειδών, και έκαμε το επάγγελμα του Γυρολόγου.
Με τον καιρό κέρδισε πολλά χρήματα, και καθώς ήταν καλός νοικοκύρης, τα επένδυε αγοράζοντας γην εις το χωρίον της Γεροσκήπους δημιουργώντας αργά και με τον καιρό, ένα μεγάλο τσιφλίκι. Ύστερα προσέλαβε πολλούς μισταρκούς, εφύτευσε φυτείες και ασχολήθηκε με την καλλιέργεια της γης. Με αυτό τον τρόπο πρόκοψε και έγινε εύπορος και νοικοκύρης.
Μα πριν γίνει άρχοντας, όταν ακόμα γυρολογούσε και περνούσε από την Χλώρακα, μέσα στην καρδιά του έβαλε την όμορφη φτωχή κόρη. Όμως, καθώς και αυτός πολύ φτωχός, δεν τόλμησε καμιά φορά να της φανερώσει την αγάπη του.
Μα ύστερα από κάμποσο καιρό, μια Κυριακή που τέλειωσε η λειτουργία στην εκκλησιά και πολλοί χωριανοί κάθονταν στον καφενέ, από μακριά στη στράτα φάνηκε ένα ψηλό άλογο που το καβαλίκευε ένας νεαρός με την καλή του φορεσιά που έδειχνε αρχοντιά, να έρχεται προς το χωριό.
Οι φτωχοί χωρικοί το αντίκρισαν με περιέργεια να έρχεται και να ξεπεζεύει, να δένει το ζώο και να κατευθύνεται στον καφενέ και εγκάρδια να τους χαιρετά.
Έκπληκτοι αναγνώρισαν τον παλιό πραματευτή τον Αλή έναν άρχοντα πλέον καθώς φαινόταν, και που ήρθε να τους επισκευθεί.
Όμως για να μην τα πολυλογούμε, ο άρχοντας Αλής, είχε έρθει στο χωριό για να γυρέψει γυναίκα του την όμορφη Πατού. Και έγιναν οι γάμοι, στρώθηκαν τρικούβερτα τραπέζια, και γιόρτασαν όλοι, και χάρηκαν όλοι για την καλή τύχη της ορφανής.

Ύστερα η Πατού έφυγε με τον άντρα της και έμεινε το χωράφι της έρημο, ακαλλιέργητο, τα τρεμίθια και τα τεράτσια έμειναν πάνω στα δένδρα, όμως μέχρι σήμερα έμεινε το όνομα ως «χωράφι της ΑληΠατούς. Είναι αληθινή ιστορία, και το χωράφι της Αληπατούς, ευρίσκεται στην οδό Νικόλα Πενταρά και Αντώνη Χ΄Αχχιλλέα, 200 μέτρα από την παλιά βρύση του χωριού.

Ο καλός Μυλωνάς και η πριγκίπισσα

Συγγραφέας: Κυριάκος Ταπακούδης

Hτανε μια φορά στα παλιά χρόνια ένα παλικάρι, ένας καλόκαρδος Μυλωνάς που ζούσε στο Μύλο της Βρέξης. Από την πολλή καλοσύνη που είχε όχι μονο δεν έπαιρνε λεφτά από τους φτωχούς, αλλά πολλές φορές τους έδινε αλεύρι  από αυτό που έπαιρνε αντί πλερωμής. Με αυτό τον τρόπο δεν περίσσευαν χρήματα, ίσα που περνούσε, αλλά ήταν ευχαριστημένος, δεν βαρυγκωμούσε. Όλοι οι κάτοικοι τον αγαπούσαν για την καλοσύνη του, και οι γριές γυναίκες του εύχονταν για τύχη να καλοπαντρευτεί μια βασιλοπούλα.
Μια παλιοχρονιά ο ποταμός της Βρέξης που έφερνε το νερό και γύριζε το Μύλο σταμάτησε να τρέχει, στέρεψε το νερό του. Όλοι οι χωριανοί μαράζωσαν, πως θα άλεθαν το σιτάρι, ήταν και ο καλός ο μυλωνάς κρίμα, μαράζωναν και γι αυτόν. Το παλικάρι τους είπε να μην στενοχωριούνται, θα έπαιρνε τα άρματα του και θα ανέβαινε τον ποταμό ώσπου νάβρει που σκάλωσε το νερό και σταμάτησε να τρέχει.
Ξεκίνησε λοιπόν, προχώρησε πέρασε δύσβατες περιοχές βουνά και δάση, ώσπου μία μέρα έφτασε σε ένα ρυάκι κι έσκυψε να πιει νερό. Τότε μέσα στο νερό είδε τη δράκαινα. Έκανε να την πιάσει, αλλά αυτή χάθηκε. Σήκωσε το κεφάλι του και την είδε να περπατά. Την ακολούθησε, αυτή πήγε παραπέρα και κάθισε μέσα στον ποταμό, έτσι σκάλωνε το νερό και άλλαζε η ροη του, αυτός ήταν ο λόγος που χάθηκε το νερό.
Τράβηξε το σπαθί αποφασισμένος  να σκοτώσει το μεγάλο θεριό. Μα αυτό έδειχνε φοβισμένο δίχως να κουνιέται από την θέση του σκεπάζοντας με τα χέρια το πρόσωπο του. Το παλικάρι το λυπήθηκε λέγοντας πως
-αφού αυτό φοβάται εμένα γιατί να το σκοτώσω;
Κοίταξε γύρω του κι έφυγε. Κάθε μέρα με το φως της μέρας αλλά ποτέ  βράδυ, πήγαινε στον τόπο με το παράξενο τέρας. Είχαν γίνει πλέον φίλοι. Αφού είχαν περάσει πολλές μέρες, ένα βράδυ ο καλός Μυλωνάς που δεν είχε ύπνο, τράβηξε για τον τόπο με το θεριό. Και τότε τι να δει; Μπροστά του στεκόταν, μια όμορφη πριγκίπισσα. Τα έχασε ο Μυλωνάς, -Που είναι το τέρας;- ρώτησε.
-Μη φοβάσαι, εγώ ήμουν το τέρας, μα εσύ δεν με σκότωσες, μου χάρισες τη ζωή, έτσι τα μάγια λύθηκαν-.
Η πριγκίπισσα παντρεύτηκε το παλικάρι και πήγαν στο παλάτι. Ο καλός Μυλωνάς εγινε ένας καλός βασιλιάς, και κυβέρνησε τον τόπο με αγάπη, και μαζί με τη βασίλισσα έκαμαν το βασίλειο  πιο μεγάλο και πιο τρανό.