Ο ΤΟΙΧΟΣ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΟΠΟΥΛΟΥ

Το χωριό Αρσος διοικητικά ανήκει στην επαρχία της Λεμεσού και εκκλησιαστικά στην επαρχία της Πάφου.
Είναι ένα από τα μεγαλύτερα κρασοχώρια της Κύπρου και απέχει από την Πάφο 45 χιλιόμετρα και από τη Λεμεσό άλλα τόσα.
Βρίσκεται κτισμένο στην πλαγιά του βουνού Λαόνα σε υψόμετρο με ανοικτό ορίζοντα στην Κοιλάδα του ποταμού Διαρίζου μέχρι τη θάλασσα της Πάφου.
Η ονομασία του μάλλον προήλθε από το Ιερόν Άλσος της θεάς Αφροδίτης όπου είναι κτισμένο το χωριό, ή από τον Πτολεμαίο Φιλάδελφο που έκτισε προς τιμής της Αρσινόης τέσσερις πόλεις.
Όλοι οι κάτοικοι του χωριού φτιάχνουν το δικό τους κρασί και το φυλάγουν σε μεγάλα πήλινα πιθάρια. Στα πιο πολλά σπίτια υπάρχουν τα πιθάρια και τα πατητήρια για την παρασκευή του φημισμένου Αρσιώτικου κρασιού, καθώς και τα καζάνια για την παραγωγή της ζιβανίας.
Οι νοικοκυρές κάτοικοι φημίζονται για την κατασκευή διαφόρων παραδοσιακών εδεσμάτων όπως παλουζέ, όψιμα κουλλουρούθκια, σουτζιούκο, κιοφτέρκα, αρκατένα και καττιμέρκα.
Η φιλοξενία των κατοίκων είναι χαρακτηριστική όπως και η καθαριότητα των σπιτιών και των δρόμων, καθώς και οι θαυμάσιες γραφικές αυλές με τα λογής λογής λουλούδια και πρασινάδες που τις ομορφαίνουν αποτυπώνοντας μια θαυμαστή εικόνα σαν να την ζωγράφισε το χέρι του Θεού.
Το χωριό είναι κτισμένο συγκεντρωτικά. Οι στενοί δρόμοι, τα μακρινάρια και τα ανώγεια σπίτια κτισμένα με πελεκητή πέτρα, προσδίδουν μια γοητεία μοναδική. Στο κέντρο του χωριού, ευρίσκεται η  εκκλησία του Αποστόλου Φιλίππου η οποία πρωτοκτίστηκε το 13ο αιώνα, και έως το 1735 στο ιερό της ήταν η λειψανοθήκη της Τίμιας κάρας του Αποστόλου η οποία όμως κλάπηκε από Ιερόσυλους (τώρα ευρίσκεται στη μονή του Αγίου Σταυρού στο Όμοδος). Η Αγία Κάρα του Αγίου, λέγεται ότι ήταν καταστρεπτική για τις ακρίδες. Γι’ αυτό σε περιόδους επιδρομής ακρίδων, κάτοικοι πραγματοποιούσαν λιτανείες στις πληγείσες περιοχές  για προστασία της σοδειάς τους.
Στην οδό Λευτέρη Θεοδοσίου πίσω από το σπίτι με τον αριθμό 76, βρίσκεται ένας παλιός τοίχος που θέλοντας οι κάτοικοι να διατηρήσουν στις μνήμες τους ένα παλιό φονικό, δεν τον χάλασαν, παρά μόνο τον συντήρησαν και υπάρχει μέχρι σήμερα γέρικος να στέκει και να θυμίζει τι γίνηκε τον περασμένο αιώνα μέσα στη δεκαετία του 1930.
Ο θρύλος διηγείται ότι ο ψηλός τοίχος ήταν κτισμένος από πελεκητή πέτρα σαν δόμη και χρησίμευε για να συγρατεί τα χώματα της βραχτής μιας αυλής, και είναι μεχρι σημερα γνωστη σαν η «βραχτή του Τουρκόπουλου», ονομα που προήλθε από τον παλιό ιδιοκτητη της κατά τη διάρκεια που συνέβηκε το φονικό. Εκείνο τον καιρό στον οποίο περιστρέφεται η διήγηση μας, ο τοίχος ήταν πανύψηλος ίσα με  τεσσεράμισι μέτρα, και κανείς δεν τόλμησε να τον πηδήξει. Οι παππούδες έλεγαν στα μικρά παιδιά ότι μόνο μια φορά ένας παλικαράς τον πήδηξε, και αυτός το έκαμε γιατι δεν είχε άλλη εκλογή. Και αρχίναγαν να τους λέγουν την ιστορία, ενώ αυτά στήνονταν με προσοχή και την άκουγαν με πολλή ενδιαφέρον. 
Ο Πρίσκας ήταν ένας άξεστος χωριάτης που κατοικούσε στο χωριό την δεκαετία του 1930. Από νεαρή ηλικία ήταν ερωτύλος και λιγούρης αγαπώντας όλες τις όμορφες νεαρές κοπέλες. Τις γλυκοκοίταζε όλες και τους έστελνε μηνύματα με την προξενήτρα ότι θέλει να τις παντρευτεί. Τον είχαν πάρει όμως χαπάρι, και δεν τον λογάριαζαν στα σοβαρά. Από τα πολλά ομως κάποια φορά, μια οικογένεια δέχτηκε το προξενειό του και αφού συμφώνησαν στην προίκα, έκαμαν τα χαρτώματα.
Παράλληλα με τα δικά του χαρτώματα ακούστηκε ότι στο χωριό γινόταν και δεύτερο συνοικέσιο. Ο Γιώρκος του Διονυσή ένα καλό παλικάρι,  έστειλε προξενιό στην όμορφη και μεγαλόκορμη Ελενάρα που όλοι την επιθυμούσαν για τα περισσά της σωματικά κάλλη, και πολλοί νέοι θα την παντρεύονταν με πολλή ευχαρίστηση αν τους την έδιναν.
Σε γάμο ανάμεσα σε όλα τα άλλα σκάπουλλα παλικάρια την γύρεψε και ο Πρίσκας που ήταν πολύ ερωτοχτυπημένος μαζί της, που όταν του την αρνήθηκαν όμως, έστειλε  αμέσως προξένια στην άλλη χωριανή του που είπαν οι γονιοί της το ναι, και έτσι εκείνο το Σάββατο έγιναν τρικούβερτα χαρτώματα με παρευρεθόντες όλους τους χωριανούς.
Η μεγαλόκορμη Ελενάρα είπε επίσης το ναί στον Γιώρκο του Διονυσή, έτσι και αυτός θα την χαρτωνόταν τις ερχόμενες μέρες.
Που το άκουσε ο Πρίσκας, πήγε στο καφενείο και βρήκε τον Γ. Διονυσή. Του είπε να κάμει πίσω, γιατί την μεγαλόκορμη Ελενάρα θα την χαρτονώταν αυτός. Ξαφνιασμένος ο Γ.Διονυσής του είπε,
-μα τι ναι αυτά που λές, αφού εσύ χαρτώθηκες άλλη.
-Θα τις πάρω και τις δυο, μην την πάρεις γιατι θα σε σφάξω,
του απάντησε ο Πρίσκας.
Πιστεύοντας ότι τον χωρατεύει, δεν έδωσε σημασία στις απειλές. Έτσι το επόμενο Σάββατο γινήκαν κι άλλα χαρτώματα στο χωριό, με παρευρεθόντες πάλι όλους τους χωριανούς.
Ύστερα από λίγες μέρες ενώ ο Γ. Διονυσής περπατούσε αχάπαρος, την ώρα που ανηφόριζε
τη στενή στράτα καθ οδόν για το σπίτι της χαρτωμένης του, πετάχτηκε εμπρός του αγριωπός ο Πρίσκας. Του είχε στήσει καραούλι και τον καρτερούσε να τον σκοτώσει όπως του είχε τάξει. Ο Γιώρκος του Διονυσή χωρίς να υποπτευθεί τις κακές προθέσεις του, δεν έτρεξε να φύγει μακριά, ούτε τον απέφυγε, παρα μόνο τον χαιρέτισε συνεχίζοντας  να περπατά.
Ο Πρίσκας ήταν ένας θεόρατος άντρακλας γεμάτος μύες που του έκαναν το κορμί να φαίνεται πρησμένο, γι αυτό του είχαν δώσει και το ομώνυμο παρατσούκλι. Δρασκέλισε την απόσταση που τους χώριζε και άρπαξε από τον λαιμό με το ένα του χέρι τον Γ. Διονυσή και σφίγγοντας τον σαν τανάλια τον σήκωσε ψηλά ως να κρατούσε από τον λαιμό ένα κοτόπουλο.
Με την απίστευτη του δύναμη τον έσφιγγε και τον έκαμνε να πνίγεται χωρίς αναπνοή, και να νιώθει να ζαλίζεται και να πεθαίνει. Μέσα στην παραζάλη που τούφευγε η ζωή, ο Γ. Διονυσής σαν από ένστικτο και μην μπορώντας αλλιώς να αντιδράσει, έβαλε το δεξί του χέρι μέσα στην τσέπη, άρπαξε το σουγιά που κουβαλούσε πάντα μαζί του, και με πολλή προσπάθεια τον άνοιξε, και με περισσότερο κόπο τον έμπηξε στο κορμί του Πρίσκα. Ήταν ένα κοφτερό μαχαίρι, που ευτυχώς για τον ίδιο, τραβώντας το προς τα αριστερά, το ένιωσε να κόβει τη σάρκα πολύ εύκολα.
Ο Πρίσκας ένιωσε την κοιλιά του να σκίζεται και να ανοίγει ολόκληρη και τα άντερα του να πετάγονται και να κρέμιούνται έξω. Ξαπολώντας το θανατηφόρο του πιάσιμο, τα άρπαξε και τα κράτησε να μην του πέσουν χάμω στη γη.
Ο Γ. Διονυσής ένιωσε την αναπνοή του να επανέρχεται και βήχοντας ρούφησε άπληστα όλο τον αέρα που είχε η ατμόσφαιρα. Κατάλαβε πως γλίτωσε την τελευταια στιγμή, κατάλαβε ότι αν δεν τον μαχαίρωνε, τώρα θα ήταν αυτός πνιγμένος και νεκρός. Ενώ ανέπνεε άπληστα γεμίζοντας τα πνεμόνια του κάνοντας τα να θέλουν να σπάσουν, κοίταζε το φονιά να στέκει απέναντι και αντί για τον φόβο του θανάτου,  στο πρόσωπο του έβλεπε μόνο μίσος και άχτι.
Τον είδε να μαζεύει τα άντερα του, να τα βάζει στην κοιλιά του, και κρατώντας τα με το ένα χέρι να απλώνει το άλλο θέλοντας να τον αρπάξει και πάλιν από τον λαιμό.
Έκανε πίσω λίγα βήματα, και σαστισμένος τον είδε σαν να μην ήταν σφαγμένος, να προχωρεί για να τον φτάσει.
Ξεκίνησε να πάει μακρύτερα, αυτός πάλι προχωρούσε. Είχε κάπως συνέλθει, έτσι άνοιξε το βήμα του να φύγει μακριά, αλλά γυρίζοντας πίσω τον είδε να τον έχει βάλει του βούρου. Ξεκίνησε να τρέχει ώσπου έφτασε στο αδιέξοδο της οδού Λευτέρη Θεοδοσίου. Τέλειωνε ο δρόμος εκεί, και άρχιζε η βραχτή του Τουρκόπουλου. Σταμάτησε λαχανιασμένος και ελπίζοντας ο διώχτης του να σταμάτησε να τον κυνηγά, γύρισε να κοιτάξει. Με μεγάλη του έκπληξη τον είδε φουριόζο να τρέχει κρατώντας την κοιλιά του με τα δυο χέρια. Κατάλαβε ότι δεν θα γλύτωνε. Σκέφτηκε τι να κάμει, ήταν μικρόσωμος και αδύνατος, δεν μπορούσε να τα βάλει μαζί του. Άλλο δρόμο διαφυγής δεν είχε, μπροστά του ήταν η βραχτή που κατέληγε σε ένα ψηλό τοίχο που την συγκρατούσε και από κάτω ήταν γκρεμός ύψους τεσσάρων και πλέον μέτρων.
Απεφάσισε να τον πηδήξει και ο Θεός βοηθός. Έκαμε το σταυρό του, και έδωσε ένα σάλτο λυγίζοντας τα πόδια του, που όταν άγγιξαν το χώμα τα τέντωσε προς τα πάνω κάνοντας τα να λειτουργήσουν σαν ελατήρια μετριάζοντας έτσι τη φόρα από το μεγάλο ύψος. Ένιωσε το σώμα του να τραντάζεται και να πονεί ολόκληρο, αλλά ευτυχώς χωρίς να πάθει κάποιο κάταγμα, ένιωσε ότι μπορούσε ακόμα να τρέξει. Πήγε λίγο παρακάτω και γύρισε να κοιτάξει αν θα πηδούσε ο Πρίσκας.
Με μεγάλη έκπληξη τον είδε να έρχεται τρεχτός και χωρίς να σταματήσει ή να διστάσει, να πηδάει τον τοίχο και να προσγειώνεται με πάταγο. Ήταν έτοιμος να συνεχίσει το τρέξιμο, αλλά κατάλαβε ότι δεν χρειαζόταν πλέον. Ο Πρίσκας έσκασε σαν καρπούζι και απλώθηκε κάτω στη γη ανάσκελα με όλα τα άντερα του βγαλμένα έξω και απλωμένα πάνω στη χωματένια στράτα. Καταλαβαίνοντας ότι δεν υπήρχε πλέον κίνδυνος αφού το αίμα τρέχοντας σαν ποτάμι έβαψε τη γη  σημάδι ότι δεν έμεινε πολλή ζωή στον διώχτη του, στάθηκε να κοιτάζει το καταματσιαιλλεμένο κορμί από τη πτώση και να σκέφτεται ότι σίγουρα του Πρίσκα θα του σάλεψε το μυαλό για να συμπεριφερθεί μ αυτό τον τρόπο. 
Ο Πρίσκας πέθανε και τον έθαψαν, ενώ τον Γ, Διονυση τον συνέλαβαν και τον δίκασαν και τον καταδίκασαν δυόμιση μήνες φυλακή για πρόκληση θανάτου ενώ ευρισκόταν αμυνόμενος για να υπερασπιστεί τη ζωή του. 


Στην οδό Λευτέρη Θεοδοσίου πίσω από το σπίτι με τον αριθμό 76, έμεινε ο παλιός τοίχος που θέλοντας οι κάτοικοι να διατηρήσουν στις μνήμες τους το φοβερό περιστατικό, δεν τον χάλασαν, παρά μόνο τον συντήρησαν και υπάρχει μέχρι σήμερα γέρικος να στέκει και να θυμίζει τι γίνηκε τον περασμένο αιώνα μέσα στη δεκαετία του 1930.